Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

«Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθούν...» : Μια πρώτη γνωριμία με τον Μπέρτολτ Μπρεχτ (Α’ μέρος)

Μάρκος Ηλιάδης
«Σε αυτήν την εποχή των αποφάσεων πρέπει και η τέχνη να πάρει την απόφασή της. Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο μερικών, πολύ λίγων, που παριστάνουν τους θεούς της μοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν απ’ αυτούς πίστη, που πρέπει προπαντός να είναι τυφλή. Και μπορεί να πάρει θέση στο πλευρό των πολλών και να αποθέσει τη μοίρα τους στα ίδια τους τα χέρια. Μπορεί να παραδώσει τους ανθρώπους σε εκστατικές καταστάσεις, σε αυταπάτες και θαύματα και μπορεί να παραδώσει τον κόσμο στους ανθρώπους. Μπορεί να αυξήσει την αμάθεια και να αυξήσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση σ’εκείνες τις εξουσίες, που αποδεικνύουν τη δύναμή τους καταστρέφοντας και σ’ εκείνες τις εξουσίες που αποδεικνύουν τη δύναμή τους βοηθώντας…»

Θα μπορούσε άραγε να δοθεί σαφέστερη απάντηση σε όλους αυτούς τους υπέρμαχους της καλλιτεχνικής “ελευθερίας” που με τόσο ζήλο αγωνίζονται να κρατήσουν “αμόλυντη”  τάχα την τέχνη από τη “χυδαιότητα” της πολιτικής; Τα λόγια είναι του μεγάλου κομμουνιστή λογοτέχνη και θεωρητικού Μπέρτολτ Μπρεχτ και μας εισάγουν περίφημα στους στόχους της στρατευμένης του δημιουργίας.  Βεβαίως το αφιέρωμα αυτό δεν είναι ούτε ένα “ξερό” βιογραφικό σημείωμα αλλά ούτε και μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του μπρεχτικού έργου. Ένας συγγραφέας που έγραψε πάνω από σαράντα θεατρικά έργα, κλασικά πλέον στο παγκόσμιο ρεπερτόριο, ένας ποιητής που άφησε πάνω από χίλια ποιήματα ανεκτίμητης αξίας τα οποία για δεκατίες διαβάζονται και τραγουδιούνται σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, ένας θεωρητικός της λογοτεχνίας και του θεάτρου που άνοιξε καινούργιους και δύσβατους δρόμους οι οποίοι μέχρι σήμερα ακόμα δεν έχουν ιχνηλατηθεί, ένας ανατροπέας της σκηνής που τόσο αμφισβητήθηκε, ένας ανυποχώρητος κομμουνιστής ο οποίος έθεσε τον εαυτό του και το έργο του στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, δεν εξαντλείται στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου. Ενός άρθρου που ως εκ τούτου δε θα μπορούσε να φιλοδοξεί να είναι κάτι παραπάνω από αυτό που λέει ο τίτλος του: Μια πρώτη γνωριμία που θα φωτίσει κάποιες σημαντικές κατά τη γνώμη μας πλευρές του μπρεχτικού κόσμου, δίνοντας όσο το δυνατόν περισσότερα ερεθίσματα για βαθύτερο ψάξιμο και μελέτη…

Τα πρώτα βήματα

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, «ο Σαίξπηρ του 20ου αιώνα» όπως τον αποκάλεσαν οι θεωρητικοί για ν’ αποδώσουν τον καταλυτικό του ρόλο στην εξέλιξη του σύγχρονου θεάτρου, γεννήθηκε στο Άουγκσμπουργκ της Γερμανίας το 1898. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, μεγάλωσε με μητέρα προτεστάντισσα και πατέρα εργοστασιάρχη. Ο ίδιος γράφει:
«Μεγάλωσα σαν γιος  καλοστεκούμενων ανθρώπων. Οι γονείς μου μου φορούσαν γιακά, μ’ έμαθαν τις συνήθειες εκείνων που έχουν υπηρέτες και με δίδαξαν  πώς να διατάζω. Αλλά όταν μεγάλωσα και είδα γύρω μου, οι άνθρωποι της τάξης μου δε μ’ άρεσαν, το να διατάζω  δεν ήταν του γούστου μου, ούτε και το  να με υπηρετούν. Γι’ αυτό εγκατέλειψα την τάξη μου και συντρόφεψα με τους  μικρούς, φτωχούς ανθρώπους…».
Από τα παιδικά του χρόνια κιόλας αρχίζουν οι πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες. Μαθητής του γυμνασίου ακόμα, δημοσιεύει με το ψευδώνυμο Μπέρχολντ Ώυγκεν τα πρώτα του κείμενα, ποιήματα και διηγήσεις, στο περιοδικό του σχολείου του Die Ernte” (“Η Συγκομιδή”), καθώς και στην τοπική εφημερίδα της πόλης του. Το 1917 γράφεται στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου πρώτα στη Φιλοσοφική κι έπειτα στην Ιατρική σχολή, χωρίς ωστόσο να τελειώσει ποτέ. Οι προβληματισμοί του πάνω στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, αν και νεφελώδεις αρχικά, είναι πολύ έντονοι και σύντομα θεριεύουν κάτω από τον επαναστατικό άνεμο της Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης.Τον Οκτώβρη του 1918 επιστρατεύεται ως νοσοκόμος και ζει από πρώτο χέρι τη φρίκη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνη την εποχή γράφει και το πρώτο ποίημα που τον έκανε γνωστό, το “Θρύλο του Νεκρού Στρατιώτη”.
Όταν επιστρέφει απ’ το μέτωπο, η μεγάλη γερμανική επανάσταση του 1918 έχει ήδη πνιγεί στο αίμα. Η συμμετοχή του στο κίνημα σταδιακά γίνεται όλο και πιο έντονη και λαμβάνει ενεργά μέρος στις λαϊκές διαδηλώσεις για τη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λήμπκενχτ.
Στα χρόνια αυτά ξεκινά η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του Μπρεχτ όπου διακρίνονται ξεκάθαρα οι επιδράσεις από το ρεύμα του εξπρεσιονισμού που έφτασε στο αποκορύφωμά του στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο και με το τέλος του άρχισε να φθίνει. Τα πρώτα έργα (1918-19) είναι κυρίως εξπρεσιονιστικά δράματα, όπως  τα “Βάαλ” και “Τύμπανα μες στη νύχτα”. Η πρώτη ποίηση, τα πρώτα θεατρικά και τα πρώτα διηγήματα του νεαρού Μπρεχτ που ακόμα δεν έχει έρθει σε ολοκληρωμένη επαφή με την κομμουνιστική ιδεολογία, θέτουν κατά κύριο λόγο ζητήματα υπαρξιακού χαρακτήρα, ενώ στο πολιτικό επίπεδο εστιάζουν κυρίως στη διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο και το μιλιταρισμό.  Η μαζική


εξαθλίωση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1920, καθώς και η νέα ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία αμέσως μετά την επανάσταση του 1918, σύντομα θα τον οδηγήσουν στην αναζήτηση σημείων επαφής με την εργατική τάξη, την κοσμοθεωρία και τους αγώνες της.

Ένα “ατύχημα” της δουλειάς…

Αυτή η πρώτη επαφή με το μαρξισμό και τους κομμουνιστές που στάθηκε τόσο καθοριστική για την πορεία του έργου και της ζωής του Μπρεχτ, ήρθε το 1924. Όταν τα φαινόμενα της οικονομικής κρίσης άρχισαν να φαίνονται ανάγλυφα στη γερμανική κοινωνία, με τις συνεχείς μειώσεις μισθών και την απότομη αύξηση της τιμής του ψωμιού, ο Μπρεχτ αποφάσισε να γράψει ένα θεατρικό έργο, το “Τζόε Φλάισχακερ από το Σικάγο”, για να απαντήσει στο επείγον ερώτημα «Γιατί τρώμε το ψωμί πανάκριβο;»… Αναζητώντας κάποια ερμηνεία για να καταλάβει το μηχανισμό του χρηματιστηρίου σταριού στο Σικάγο, μελέτησε σχολαστικά τις αστικές θεωρίες πολιτικής οικονομίας οι οποίες ωστόσο δεν κατάφεραν να τον πείσουν. Στη συνέχεια στράφηκε στο “Κεφάλαιο” του Μαρξ και από εκεί οδηγήθηκε στον Λένιν.
Σύντομα γεννήθηκε ένας νέος Μπρεχτ, που άρχιζε σιγά σιγά να βλέπει τον κόσμο και το έργο του μέσα απ’ το καταλυτικό πρίσμα της ταξικής πάλης, για να ενταχθεί σύντομα στις γραμμές των κομμουνιστών εργατών της τέχνης. Γράφει ο ίδιος: «Η κατανομή των σιτηρών στον κόσμο ήταν ακατανόητη. Εκτός από την άποψη μιας χούφτας κερδοσκόπων, από κάθε άλλη άποψη η αγορά αυτή των σιτηρών ήταν ένας βάλτος. Το δράμα που σχεδίαζα, δεν το έγραψα τελικά. Αντί γι’ αυτό άρχισα να διαβάζω Μαρξ. Ναι, μονάχα τότε διάβασα τον Μαρξ. Και μονάχα τότε ζωντάνεψαν ουσιαστικά τα σκόρπια, εμπειρικά, προσωπικά μου βιώματα και οι εντυπώσεις» Έτσι ανακάλυψε λοιπόν, αυτό που ίδιος ονόμασε αργότερα «επαγγελματικό του ατύχημα»…
Για το ίδιο γεγονός, η συνεργάτης του Ελίζαμπεθ Χάουπταν σημείωνε στο ημερολόγιό της τον Οκτώβρη του 1926: «Μετά το ανέβασμα του “Αντρας για άντρα” ο Μπρεχτ αποκτά βιβλία για το σοσιαλισμό και το μαρξισμό και ζητά καταλόγους των βασικών έργων, που έξι απ’ αυτά πρέπει να ξεκινήσει τη μελέτη τους».
Σ’ ένα γράμμα, λίγο αργότερα, ενώ βρισκόταν διακοπές, ο ίδιος ο Μπρεχτ γράφει: «Είμαι τώρα βυθισμένος οχτώ πόδια μέσα στο “Κεφάλαιο”. Τώρα θέλω να μάθω όλες τις λεπτομέρειες» Ενώ έλεγε χαριτολογώντας: «Οταν διάβασα το “Κεφάλαιο” του Μαρξ, κατανόησα τα έργα μου. Και είναι φυσικό να εύχομαι την πλατιά διάδοση αυτού του βιβλίου. Βέβαια, δεν ανακάλυψα πώς είχα γράψει ένα σωρό μαρξιστικά βιβλία χωρίς να έχω ιδέα. Αλλά αυτός ο Μαρξ, που μου αποκαλύφθηκε, ήταν για τα έργα μου ο μοναδικός θεατής που θα ήθελα ποτέ! Γιατί έναν άνθρωπο με τόσα ενδιαφέροντα, όπως αυτός, θα έπρεπε να τον ενδιαφέρουν ακριβώς έργα σαν τα δικά μου. Όχι επειδή είναι έξυπνα έργα, αλλά εξ’ αιτίας της δικής του νοημοσύνης. Τα έργα μου θα πρόσφεραν θεωρητικό υλικό. Κι αυτό επειδή κρατούσα τόσο λίγες απόψεις για τον εαυτό μου, όσο και χρήματα, και επειδή είχα για τις απόψεις την ίδια άποψη που έχω για το χρήμα: Πρέπει κανείς να τα κυκλοφορεί και όχι να τα κρατάει στην άκρη»…
Τα έργα αυτής της εποχής φέρνουν ανάγλυφα τα σημάδια της επίπονης θεωρητικής δουλειάς που έκανε ο Μπρεχτ πάνω στο μαρξισμό. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα, η περίφημη “Όπερα της πεντάρας” και η “Αγία Ιωάννα των Σφαγείων”, με την πασίγνωστη προτροπή της προς τους θεατές λίγο πριν το θάνατό της: «Σιγουρέψου σα φεύγεις απ’ τον κόσμο, όχι απλά πως ήσουνα καλός, μα πως πίσω σου αφήνεις έναν κόσμο καλό»… Συνεχίζοντας, το 1927 γράφει το “Μαχαγκόνι”, που απετέλεσε το κορυφαίο σημείο της σύγκρουσής του με τις αστικές ψευδαισθήσεις για την ηθική, τη θρησκεία, το δίκαιο και την τέχνη, ενώ στα χρόνια 1928-1930 μαθήτευσε στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή του ΚΚ Γερμανίας, βαθαίνοντας ακόμα περισσότερο στην κομμουνιστική ιδεολογία.

Κυνηγημένος απ’ το ναζισμό

Ωστόσο οι δημιουργικές μέρες στη Γερμανία ήταν μετρημένες, αφού ο Μπρεχτ είχε ανοίξει από πολύ νωρίς λογαριασμούς με το Ναζιστικό Κόμμα, που ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 βρισκόταν σε συνεχή άνοδο. Ο προοδευτικός χαρακτήρας των πρώτων έργων είχαν κεντρίσει από νωρίς το ενδιαφέρον των ναζί που “ασχολήθηκαν” ιδιαίτερα με τον Μπρεχτ αμέσως μετά την άνοδό τους στην εξουσία. Τα βιβλία του καίγονται δημόσια από τη ναζιστική νεολαία μαζί με τα έργα δεκάδων άλλων προοδευτικών συγγραφέων, οι παραστάσεις των έργων του διαλύονται από την αστυνομία και ο ίδιος παίρνει τη θέση του στη ναζιστική λίστα των “εκφυλισμένων” δημιουργών που πρέπει να εξαφανιστούν…
Έτσι αμέσως μετά τον προβοκατόρικο εμπρησμό του Ράιχσταγκ, ο Μπρεχτ παίρνει το δρόμο της δεκαπεντάχρονης εξορίας, «αλλάζοντας χώρες πιο συχνά κι απ’ τα παπούτσια». Μέσω Πράγας και Βιέννης θα βρεθεί στη Δανία, στη Φιλανδία και από ‘κει, μέσω ΕΣΣΔ, στις ΗΠΑ. Ο Γερμανός αντιφασίστας λογοτέχνης Τόμας Μαν, που βρισκόταν κι αυτός τότε στην Αμερική, δίνει μια πολύ χαρακτηριστική περιγραφή του εξόριστου Μπρεχτ: «Έδινε την εντύπωση ενός άχρωμου ανθρώπου, ενός εργάτη, ενός μεταλλεργάτη, κι όμως ήταν πολύ αδύναμος για εργάτης, πολύ λεπτεπίλεπτος, πολύ ξύπνιος για αγρότης. Απομονωμένος και παρατηρητικός, σαν φυγάς, που άφησε πίσω του αμέτρητους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Ήταν ντροπαλός για κοσμοπολίτης, πολύ έμπειρος για εγγράμματος. Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα με περιορισμένη παραμονή παντού και πάντα, περαστικός από την εποχή μας, ένας άνθρωπος ονόματι Μπρεχτ, ανεπιτήδευτος ένας ποιητής χωρίς αυτοεπαίνους».
Παρ’ όλα αυτά, τα χρόνια της αυτοεξορίας στάθηκαν απ’ τα πιο δημιουργικά.
Τότε ο Μπρεχτ γράφει ορισμένα από τα σπουδαιότερα έργα του (“Μάνα κουράγιο”, η “Ζωή του Γαλιλαίου”, “Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν”, κά), καθώς και πολλά ποιήματα, χορικά και κριτικές. Σε πολλά έργα εκείνης της περιόδου, ο ζόφος του Τρίτου Ράιχ αποτυπώθηκε με ξεχωριστή σαφήνεια, που πέρα από τις τραγικές συνέπειες αναδείκνυε και την ταξική – καπιταλιστική προέλευση του φασισμού. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου οι αγωνιστές τραγουδούσαν πολλά μελοποιημένα ποιήματά του σε 27 γλώσσες διαφορετικές την ώρα της μάχης. Στη διάρκεια του Β` Παγκοσμίου Πολέμου έγραψε πολλά ποιήματα για να μεταδοθούν από το Ραδιοφωνικό Σταθμό της Μόσχας στους Γερμανούς φαντάρους του Ανατολικού Μετώπου, χωρίς ποτέ να συμπεριλάβει σ’ αυτά ούτε μια λέξη μίσους για το γερμανικό λαό. Μετά το τέλος του πολέμου, προειδοποιεί για την ατομική βόμβα και για το ρόλο που επεφύλασσε ο ιμπεριαλισμός στην Ομοσπονδιακή (Δυτική) Γερμανία, ενώ υπερασπίστηκε αποφασιστικά την υπόθεση της οικοδόμησης του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και τις Λαϊκές Δημοκρατίες έως το τέλος της ζωής του.
Το 1947 ο Μπρεχτ εγκαταλείπει τις ΗΠΑ, κυνηγημένος από τους ανακριτές του  μακαρθισμού που έβλεπαν στο πρόσωπό του το θανάσιμο κομμουνιστικό κίνδυνο και τον καλούσαν συνεχώς σε δημόσιες ανακρίσεις.
Μάλιστα υπάρχει καταγεγραμμένη μια ακρόαση του 1947 που θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αποτελέσει από μόνη της μια απολαυστική θεατρική παράσταση. Στην ακρόαση αυτή ο Μπρεχτ εμφανίστηκε μπροστά στους ανακριτές μιλώντας επίτηδες σπαστά αγγλικά, υποκρινόμενος έναν αφελή και μποέμ λογοτέχνη που “παρασύρθηκε” απ’ τους κομμουνιστές. Παρά την επιμονή των ανακριτών ο Μπρεχτ κράτησε σταθερά το ίδιο βιολί, με αποτέλεσμα να τρελάνει κυριολεκτικά τους ανακριτές που μετά από έξι ώρες ανάκρισης του ζήτησαν συγγνώμη για την ταλαιπωρία!
Αφήνοντας οριστικά τις ΗΠΑ, εγκαθίσταται μέχρι το τέλος της ζωής του στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Δυο χρόνια αργότερα ιδρύει μαζί με τη σύζυγό του Χελένε Βάιγκελ το θρυλικό θίασο “Berliner Enseble”. Το 1954 τιμάται με το Διεθνές Βραβείο Στάλιν για την Ειρήνη και την Αλληλοκατανόηση των Λαών, ενώ ένα χρόνο μετά δέχεται και το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη. Πεθαίνει ένα χρόνο αργότερα, στη ΓΛΔ, έχοντας κληροδοτήσει σε όλη την ανθρωπότητα ένα έργο σπάνιας έκτασης και ποιότητας που δεν περιγράφει απλά την ταξική πάλη, αλλά κυρίως διδάσκει την ιστορική αναγκαιότητα για τη διεξαγωγή της ως πρωτοπόρος και στυλοβάτης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού…

Το θέατρο ως εργαστήρι επαναστατικής αλλαγής

Όπως είδαμε ήδη αναλυτικά, η συνάντηση  του Μπρεχτ με την κομμουνιστική ιδεολογία επέδρασε καθοριστικά στο σύνολο του έργου του και αυτό δεν αφορά μόνο τη λογοτεχνική του παραγωγή που σύντομα ξέφυγε από τον γενικά προοδευτικό και αντιπολεμικό χαρακτήρα της, παίρνοντας ξεκάθαρα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά.
Τεράστια ήταν η ώθηση που δόθηκε και στις αμιγώς θεωρητικές του επεξεργασίες οι οποίες οδήγησαν σταδιακά στη δική του ολοκληρωμένη θεώρηση για το θέατρο και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της δραματουργίας μέχρι τις μέρες μας.
Έχοντας καθορίσει μέσα από την κοινωνική του πείρα και μέσα από τη μελέτη του μαρξισμού τον ξεκάθαρα ταξικό χαρακτήρα της τέχνης, ο Μπρεχτ είχε από πολύ νωρίς επισημάνει την αναντικατάστατη προπαγανδιστική και διαπαιδαγωγητική αξία του θεάτρου, που μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και την άνοδο της εργατικής τάξης στην εξουσία, θα μπορούσε για πρώτη φορά από ταξικό-εμπορικό μέσο αποχαύνωσης, παραπλάνησης και καταπίεσης, να γίνει ένα διαλεκτικό εργαλείο, ένα πανίσχυρο όπλο διαφώτισης στην πάλη για την επαναστατική αλλαγή του κόσμου. Ο ίδιος έγραφε σχετικά: «Σκοπός του θεάτρου μου είναι να ξυπνήσει στον θεατή την επιθυμία να καταλάβει την κοινωνία στην οποία ζει και να μεθοδέψει σ’ αυτόν το μεράκι να πάρει μέρος στην αλλαγή της».
Και πράγματι το μπρεχτικό θέατρο από πολύ νωρίς απέκτησε μόνιμα αυτά τα χαρακτηριστικά συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαφώτιση των λαών, στην προετοιμασία τους για την επαναστατική απελευθέρωση. Εξοπλισμένος πλέον με τα μεγάλα όπλα του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού, ως μεγάλος “ανατόμος” της πραγματικότητας, ο Μπρεχτ καταφέρνει να μεταδίδει στο θεατή μεγάλες αλήθειες, με έναν ευθύβολο και καθαρό τρόπο, βοηθώντας τον να κατανοήσει την καθημερινότητά του, τη ρίζα του κοινωνικού προβλήματος και τη μοναδική επαναστατική διέξοδο από αυτό που με τόση επιμέλεια καμουφλάρεται από το σύστημα.  Σ’ αυτό το βαθιά ριζοσπαστικό θέατρο, ηθοποιοί και θεατές είναι μαθητές σε μια συλλογική δραστηριότητα με σκοπό την επαναστατική αλλαγή. Οι θεατές δεν είναι πια οι παθητικοί  κουλτουριάρηδες καταναλωτές και “ευσυγκίνητοι” δέκτες ενός εύπεπτου θεάματος, αλλά συμμετέχουν ενεργά, σκέφτονται, πάσχουν, βγάζουν συμπεράσματα και συνδιαμορφώνουν από κοινού το τελικό αποτέλεσμα της ουσίας της παράστασης.
Για τους ίδιους προπαγανδιστικούς-διαπαιδαγωγητικούς λόγους ολόκληρο το έργο του Μπρεχτ εκλαϊκεύει και υπερασπίζει σταθερά το Σοσιαλισμό και την κομμουνιστική ιδεολογία, βοηθά να δίνονται απαντήσεις στα συνεχώς νέα προβλήματα που διαμορφώνονται στην ανάπτυξη της επαναστατικής κοινωνικής κίνησης και προτείνει λύσεις ώστε να διορθώνονται τα λάθη και οι ελλείψεις. Άλλωστε και ο ίδιος διαχώριζε με εξαιρετική σαφήνεια τη θέση του από την τόσο προσφιλή τακτική της “λαθολογίας”, της διαχρονικής αυτής δικαιολογίας κάθε λογής “φίλων” του Κόμματος που, επικαλούμενοι τα όποια λάθη και παραστρατήματα, προσπαθούν να χτυπήσουν το Κόμμα, ή να στηρίξουν τον αναχωριτικό  μικροαστισμό τους και την απουσία τους απ’ την οργανωμένη πάλη: «Τα λάθη που το κόμμα μπορεί να ‘χει κάνει, δεν είναι δικαιολογία για να το εγκαταλείψεις στη δύσκολη στιγμή. Αν ξέρεις το σωστό δρόμο εσύ, και το κόμμα ακολουθεί δρόμο λαθεμένο, έλα να μας δείξεις το σωστό δρόμο. Δεν έχει έννοια το σωστό έξω από το κόμμα και τον αγωνιστικό του περίγυρο, γιατί δεν μπορεί να ‘χει αποτέλεσμα…».



Προσωρινός Επίλογος

Αυτοί ήταν σε γενικές γραμμές οι βασικοί σταθμοί της διαλεκτικής πορείας συνάντησης  του Μπρεχτ με την κομμουνιστική ιδεολογία και της ιδεολογικό-πολιτικής του στράτευσης που κράτησε με συνέπεια μέχρι το τέλος της ζωής του.  Ωστόσο αυτό το τόσο ευτυχές “ατύχημα”, της δημιουργικής συνάντησης του Μπρεχτ με το μαρξισμό δε σήμανε έτσι απλά την εμφάνιση ενός ακόμα «προοδευτικού»-όπως θέλουν τώρα να τον βαφτίζουν- δημιουργού στο λογοτεχνικό προσκήνιο. Η  περίπτωση του επαναστάτη – κομμουνιστή Μ. Μπρεχτ ιστορικά αποδείχθηκε από την καθοριστική συμβολή του που έβαλε μια για πάντα τη σφραγίδα της σε όλη την κατοπινή εξέλιξη του θεάτρου και της επαναστατικής τέχνης γενικότερα. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έκανε μία από τις μεγαλύτερες ιδεολογικές – θεωρητικές τομές για το σύγχρονο θέατρο, καθώς αντιπρότεινε  τη συνειδητή ιδεολογικοπολιτική στράτευση, το σοσιαλιστικό ρεαλισμό και την απαγκίστρωση από τις μέχρι τότε “παραδοσιακές συμβάσεις” του αστικού θεάτρου της συναισθηματικής και αισθητηριακής ψευδαίσθησης. Τόσο με τα αμιγώς καλλιτεχνικά δείγματα γραφής, όσο και με τις ριζοσπαστικές θεωρητικές και πραχτικές επεξεργασίες του για το επικό θέατρο, την αποστασιοποίηση κτλ, με τις οποίες θα ασχοληθούμε αναλυτικά στο επόμενο φύλλο.


Με την Ελένε Βάιγκελ και άλλους συντελεστές του “Μπερλίνερ Ανσάμπλ”

«Η μεγάλη αλήθεια της εποχής μας (που δεν υπηρετεί κανείς με το να τη βρει μονάχα, που όμως χωρίς αυτή καμιά άλλη σημαντική αλήθεια δεν μπορεί να βρεθεί) είναι ότι η ήπειρός μας βουλιάζει στη βαρβαρότητα επειδή προσπαθούν να διατηρήσουν με τη βία τις σχέσεις ιδιοχτησίας στα μέσα παραγωγής. Τι ωφελεί να γράψει κανείς κάτι θαρραλέο απ’ όπου να βγαίνει πως η κατάσταση που βρισκόμαστε είναι βάρβαρη (που είναι αλήθεια) αν δε φαίνεται ξεκάθαρα για ποιο λόγο φτάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση; Πρέπει να πούμε ότι τα βασανιστήρια γίνονται γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοχτησίας. Φυσικά, λέγοντας αυτό χάνουμε πολλούς φίλους που είναι αντίθετοι στα βασανιστήρια γιατί πιστεύουν πως οι σχέσεις ιδιοχτησίας θα μπορούσαν να διατηρηθούν και χωρίς αυτά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου