Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Το αβέβαιο μέλλον της Ευρωζώνης Τρίτο μέρος


Η προσπάθεια των κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Γαλλίας να περιορίσουν το ζήτημα στην αποτελεσματική διαχείριση της υπερχρέωσης ορισμένων κρατών της Ευρωζώνης αμφισβητείται από τις πιο έγκυρες αστικές αναλύσεις. Ο επικεφαλής του Τμήματος για τις Στρατηγικές Ανάπτυξης στη Διαρκή Σύνοδο του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD), Χάινερ Φλάσμπεκ, δηλώνει χαρακτηριστικά: «Παρόλο που στις Βρυξέλλες μαζί με τους κανόνες για τον περιορισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων συζητιούνται με υψηλή προτεραιότητα οι μακροοικονομικές ισορροπίες, δεν υπάρχει ως τώρα κανένα σχέδιο το οποίο να εξηγεί ότι μπορούν να εξαλειφθούν οι εξωτερικές ανισορροπίες που δημιουργήθηκαν τα τελευταία 10 χρόνια στις αγορές»5.
Ο προσωρινός εύθραυστος συμβιβασμός για το μέλλον της Ευρωζώνης
Οι συνέπειες της κρίσης στην ανισομετρία και στη διόγκωση του δημόσιου χρέους σε κράτη - μέλη


της Ευρωζώνης οδηγούν τη γερμανική και τη γαλλική αστική τάξη σε σοβαρά διλήμματα σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης. Στην πορεία προς τη Σύνοδο Κορυφής, ινστιτούτα και έγκυρα αστικά περιοδικά παρουσίασαν διαφορετικά σενάρια, μεταξύ των οποίων είναι η αλλαγή των κανόνων λειτουργίας της Ευρωζώνης με τη διευκόλυνση των πιο χρεωμένων κρατών μέσω ευρωενωσιακού μηχανισμού, η αποπομπή των υπερχρεωμένων κρατών από τη σημερινή Ευρωζώνη και η αναμόρφωσή της με πιο ομοιογενείς οικονομίες, ακόμα και η διαμόρφωση δύο διαφορετικών ζωνών νομισμάτων. Τα σενάρια και οι προτάσεις αντανακλούν σ' ένα βαθμό διαφορετικά συμφέροντα τμημάτων της γερμανικής και της γαλλικής αστικής τάξης, καθώς και την παρέμβαση άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, κυρίως των ΗΠΑ, της Βρετανίας, της Ρωσίας, ακόμα και της Κίνας. Η κυρίαρχη τάση της γερμανικής άρχουσας τάξης, που εκφράζει η καγκελάριος Αγγελα Μέρκελ, θέτει ως προτεραιότητα τη θωράκιση του ευρώ, τη νομισματική σταθερότητα, θεωρεί επικίνδυνη την ανάληψη από το γερμανικό κράτος μεγάλου βάρους σχετικά με τη διαχείριση της υπερχρέωσης κρατών - μελών της Ευρωζώνης και κυρίως υποστηρίζει τη μεγαλύτερη εμπλοκή των πιστωτών στη διαδικασία απαξίωσης κεφαλαίου. Ο αναλυτής του IFO Κ. Κάρστενσεν διατυπώνει συνοπτικά το συγκεκριμένο ζήτημα: «Μια πλήρης εγγύηση των κρατικών ομολόγων από την ΕΕ θα υπονομεύει τη σταθερότητα της Ευρωζώνης και των χρηματοπιστωτικών αγορών και αυτό διότι καμιά χώρα, ούτε η Γαλλία ούτε η Γερμανία μαζί, δεν έχουν την οικονομική δύναμη να συμβάλουν για κάθε τυχόν απειλή χρεοκοπίας. Το τέλος της νομισματικής ένωσης σε μια ακόμα πιο σοβαρή κρίση θα έχει προγραμματιστεί εκ των προτέρων»6.
Στον αντίποδα βρίσκονται τμήματα της γερμανικής αστικής τάξης που έχουν ιδιαίτερα συμφέροντα στα υπερχρεωμένα κράτη, όπως γερμανικές τράπεζες που θα χάσουν σε περίπτωση απαξίωσης - αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους, μονοπωλιακοί όμιλοι που εξάγουν κυρίως καταναλωτικά

εμπορεύματα, όμιλοι με σημαντικές επενδύσεις σε αυτό το τμήμα της Ευρωζώνης. Η πλευρά αυτή, εκτός από τον κίνδυνο των απωλειών της, προβάλλει το πραγματικό επιχείρημα ότι η Γερμανία δανείζει με υψηλό επιτόκιο τις υπερχρεωμένες χώρες και, άρα, θα έχει πρόσθετο όφελος από τη μεγαλύτερη εμπλοκή της. Ομως, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις τμημάτων της γερμανικής άρχουσας τάξης αντανακλούν διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικές προτεραιότητες. Συγκεκριμένα:
α) Οι εξαγωγές της Γερμανίας στις υπερχρεωμένες χώρες (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία) αναλογούν μόνο στο 5% των γερμανικών εξαγωγών εμπορευμάτων.7 Η βαθιά κρίση σε αυτές τις χώρες δεν εμπόδισε τη σημαντική αύξηση των γερμανικών εξαγωγών το 2010. Για τη γερμανική βιομηχανία κεφαλαιουχικών αγαθών, αυτές οι χώρες έχουν σχετικά μικρή οικονομική σημασία.
β) Οι πραγματικές δυνατότητες παρέμβασης της Γερμανίας είναι περιορισμένες σε σχέση με τη σημερινή έκταση του προβλήματος που δεν αφορά μόνο τις 4 προαναφερόμενες χώρες, αλλά μπορεί να επεκταθεί στην Ιταλία, στο Βέλγιο, ακόμα και στην ίδια τη Γαλλία. Επίσης η γερμανική κυβέρνηση γνωρίζει ότι η διόγκωση του χρέους θα συνεχιστεί,αφού δεν εξαλείφονται οι αιτίες του προβλήματος. Μάλιστα, σχετικές αστικές μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι όταν το δημόσιο χρέος μιας χώρας υπερβεί το 80% του ΑΕΠ στις σημερινές συνθήκες, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη η ουσιαστική μείωσή του (π.χ. αυξήσεις επιτοκίων, ασφάλιστρων κινδύνου)8
γ) Το περιβόητο «συμβούλιο σοφών της γερμανικής οικονομίας» προτείνει αυτήν την περίοδο αύξηση των επενδύσεων στο εσωτερικό της Γερμανίας για να δοθεί μεγαλύτερη ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη.9
δ) Θεωρείται, επίσης, σκόπιμο να επωμισθούν ένα μέρος των βαρών της υπερχρέωσης οι τραπεζικοί όμιλοι που έχουν δανείσει τα συγκεκριμένα κράτη. Εκτιμάται ότι η έκθεση των γερμανικών τραπεζών σε περιπτώσεις όπως της Ελλάδας είναι μικρότερη από αυτή των γαλλικών ομίλων που αποτελούν ένα σημαντικό ανταγωνιστή τους.
Παράλληλα, η γερμανική αστική τάξη πρέπει να λάβει υπόψη της τα διακριτά συμφέροντα άλλων ισχυρών κρατών που συμβαδίζουν σε αυτή τη φάση με τις στρατηγικές επιλογές της.
Η διατήρηση της Ευρωζώνης στη σημερινή της μορφή έχει μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για τη Γαλλία και την Ολλανδία, συγκριτικά με τη Γερμανία. Η Ολλανδία έχει εμπορικό πλεόνασμα 10,6% του ΑΕΠ με την Ευρωζώνη, ενώ με τον υπόλοιπο κόσμο εμπορικό έλλειμμα 6,7% του ΑΕΠ. Η Γερμανία παρουσιάζει μικρότερο εμπορικό πλεόνασμα με την Ευρωζώνη 2,1% του ΑΕΠ, αλλά διατηρεί εμπορικό πλεόνασμα 1,4% του ΑΕΠ και με τον υπόλοιπο κόσμο.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Σημειώσεις:
5. Περιοδικό «Strategist», 4 Δεκέμβρη 2010.
6. Περιοδικό «Strategist», 4 Δεκέμβρη 2010.
7. Relph Atkins: «Fall in German exports signals slower growth», «The Financial Times», 8 Σεπτέμβρη 2010.
8. Keneth Rogoff - Carmen Remhart: «This time is different: Eight centuries of financial folly», εκδ. «Princeton University Press».
9. Wolfgang Franz: «A Euro Rescue Plan».

Του
Μάκη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*
*Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου